Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

Lap Top



Με τον δικό τους φορητό υπολογιστή, θα διαβαίνουν την πόρτα του γυμνασίου όλοι οι μαθητές της Α΄ Γυμνασίου...

Εύχομαι να προχωρήσει η παιδεία και όχι να είναι μέρος των εκλογών και αυτό…ψήφοι μέσα από την μόρφωση των παιδιών μας…


laptop

Τέρμα το κουβάλημα της τσάντας για τις μάνες…
στα χρόνια που έρχονται….

Δείτε τι εννοώ…


korinoskilo

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

Κτηνωδια...

Η κτηνωδία συνεχίζεται….
Έλαβα ένα mail χτες και σκεφτόμουν να το αναρτήσω η όχι…
Αφού το διάβασα πολλές φορές δεν μπορούσα να μην…
Πρέπει να σταματήσει όλη αυτή η κτηνωδία…
Διαβάστε…


Λυπάμαι που σας στέλνω στο mail σας αυτά τα κείμενα που λάβαμε στο
zoofilia.gr (τις φωτογραφίες δεν τις ενσωματώνω για ευνόητους λόγους.
(ΣΟΚ) Δείτε τις πατώντας πάνω στις δ/νσεις που σας δίνω.

Γράφω αυτό το κείμενο με σφιγμένο κυριολεκτικά το στομάχι και με
απογοήτευση...απέραντη απογοήτευση για την κατάντια που υπάρχει σε
μερικά κτήνη που λέγονται "πολίτες"...Διαβάστε απολαύστε κι εσείς το
δηλητήριο που τα δολοφονεί κάθε μέρα....


ΠΡΩΤΟ ΜΗΝΥΜΑ

http://www.zoofilia.gr/images/dilitirio1.JPG

http://www.zoofilia.gr/images/dilitirio2.JPG

Καλημέρα. Ήθελα να σας ενημερώσω ότι για ακόμα μία φορά αντιμετωπίζουμε
την καθιερωμένη φρίκη του Σεπτέμβρη στον ''ευπρεπή'' μας οικισμό.
Μαζικές δηλητηριάσεις ζώων. Σε μία πρόχειρη καταμέτρηση δηλητηριάστηκαν
7 σκυλιά, και κάποια από αυτά πλέον κείτονται για τρίτη μέρα μέσα στους
δρόμους σε κατάσταση αποσύνθεσης. Προφανώς αρκετοί από τους κατοίκους
στον οικισμό θα είναι πλέον ευτυχισμένοι με την εκκαθάριση, καθώς
θεωρούν τις αγέλες που σχηματίζονται ως απειλή. Βέβαια το φαινόμενο των
δηλητηριάσεων παρουσιάζεται
όταν οι παραθεριστές έχουν φύγει, προφανώς για να αποφύγουν την
κατακραυγή αυτών που νοιάζονται για τα ζώα.Σας αποστέλλω φωτογραφίες
δύο δηλητηριασμένων ζώων και παρακαλώ να τις στείλετε όπου χρειάζεται
ώστε να πάρει διάσταση το θέμα. Προφανώς οι δράστες θεωρούν ότι κανείς
δεν θα ασχοληθεί με το ζήτημα. Κατά τα άλλα φαίνεται ότι η γενική
συνέλευση του οικισμού απαρτίζεται από άτομα που θεωρούν τα αδέσποτα
μόνο ως πρόβλημα (και σε ένα βαθμό ίσως δικαιολογούνται καθώς υπάρχουν
πάρα πολλά) και θεωρούν τους φιλόζωους γραφικούς ή τρελλούς. Οπότε δεν
ξέρω αν έχει κάποιο νόημα να περάσουμε σε λεκτικές αντιπαραθέσεις με
αυτούς, το μόνο που καταφέρνει κανείς έτσι είναι να γίνεται ο μόνιμος
στόχος τους κάθε φορά που κάποιος θα ενοχληθεί από το γαύγισμα ή που θα
κυνηγήσουν κάποιο ποδήλατο. Από την άλλη θεωρούν σε μια αντίστροφη
λογική ότι τα αδέσποτα υπάρχουν επειδή υπάρχουν οι φιλόζωοι-προφανώς
επειδή κάποιοι ''φιλόζωοι'' αναλαμβάνουν ζώα χωρίς να τα στειρώνουν και
μόλις αυτά πολλαπλασιαστούν
τα πετάνε έξω από τις αυλές τους. Οπότε φαίνεται ότι το πρόβλημα
διαιωνίζεται, αρμόδιος φυσικά και όπως πάντα στην Ελλάδα δεν υπάρχει
(βλ. δήμος Νέας Καλλικράτειας, γνωστός για την αρνητική στάση του στο
πρόβλημα) και
τελικά το πρόβλημα το επωμίζονται και πάλι κάποιοι λίγοι ιδιώτες.
Μία σκέψη που έκανα είναι να αναρτήσω αφίσες με τα σκοτωμένα ζώα σε
στύλους , μήπως και κάποιοι σοκαριστούν και ταρακουνηθούν από τις θέσεις
τους. Βέβαια φαντάζομαι ότι αυτός που ρίχνει τις φόλες δεν διαθέτει
τέτοιες ευαισθησίες και κανένα σεβασμό για τις ζωές των ζώων. Μάλλον τα
βλέπει ως αντικείμενα.
Επειδή βλέπω ότι το διαδίκτυο εξελίσσεται σε δυνατό όπλο αντίδρασης ή
κατακραυγής ,θα ήταν καλό,αν μπορείτε να αποστείλετε τις φωτογραφίες
όπου πιστεύετε ότι θα έχουν απήχηση, ακόμα και στο εξωτερικό.Ίσως με τις
σωστές πιέσεις αναγκαστούν επιτέλους οι αρμόδιοι να αναλάβουν τις
ευθύνες τους που απορρέουν και από το σχετικό νόμο.
Ευχαριστώ, Λεωνίδας




ΕΠΟΜΕΝΟ ΜΗΝΥΜΑ
http://www.zoofilia.gr/images/nala.jpg


Κυριακή απόγευμα 20 Σεπτεμβρη.
Στο Πέραμα κάποιοι "φιλόζωοι" αφήνουν μια
κούτα δίπλα σε αδέσποτα σκυλιά που φροντίζουμε…
Απ'έξω γράφουν:
«Νάλα
Σ'αγαπάμε πολύ! Σε σκεφτόμαστε συνέχεια!»
Μέσα υπάρχει η φρίκη. Ένα
σκυλάκι μικρόσωμο μέχρι 7 κιλά. Το δέρμα κάτω από τα μάτια έχει μολυνθεί
και έχει σαπίσει. Η κοιλίτσα του γεμάτη με όγκους τεράστιους. Είναι σε
κώμα. Μια συνέρχεται και ουρλιάζει από τους
πόνους και μετά πάλι πέφτει σε κώμα. Δευτέρα πάει στο γιατρό που βρίσκει
την κατάσταση του εδώ που έχει φτάσει μη αναστρέψιμη. Σκυλί θηλυκό
περίπου 4 χρόνων το οποίο έχει βασανιστεί και κακοποιηθεί από αυτούς που
έγραψαν στην κούτα ότι το αγαπάνε και το σκέφτονται. Ψάχνουμε τον
ιδιοκτήτη αυτού του σκυλιού. Ο λόγος που το κάνουμε είναι ότι είναι
επικίνδυνος και άρρωστος και ίσως να έχει και αλλά ζώα που
κινδυνεύουν. Πιθανολογούμε ότι μένει Πέραμα ή στις τριγύρω
περιοχές. Ζητάμε την βοήθειά σας. Κοιτάξτε καλά της φωτό. Οτιδήποτε
γνωρίζεται μπορεί να μας βοηθήσει. Είναι σημαντικό για μας να τον
βρούμε.
Τηλ επικοινωνίας για οποιαδήποτε πληροφορία 6947793798.


Πηγή:ZOOFILIA.GR!



Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΑΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.....ΕΡΩΦΙΛΗ



Ένα παλιό τραγούδι του Μ. Μπακάλη που από την πρώτη εκτέλεση του Στράτου Διονυσίου το 1960,το ακούμε εδώ σε μια αισθαντική ερμηνεία από τη φωνή της Ερωφίλης πριν γίνει μέλος του ΄΄Τρίφωνο΄΄

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Φθινοπωρινες...Σκεψεις...



Από τις παραλίες, τα βότσαλα, την ζέστη, τον ιδρώτα
την δροσιά της καταγάλανης θάλασσας,
μπήκαμε για καλά στο φθινόπωρο.....



Να διώξω τα σύννεφα, να γίνω αγέρι, να γίνω φως...να σε φτάσω…
Μελαγχολικός ο καιρός, μαζί του και εμείς, στεκόμαστε δίπλα του....
Φαντάζομαι και σεις, το ίδιο θα νοιώθετε....
Σκέψεις έρχονται στο άτιμο το μυαλό, μια μελαγχολία έρχεται, να καθίσει βαριά στην καρδιά μου...
Μια μελαγχολία που δειλά δειλά σχηματίζει ένα χαμόγελο στα χείλη μου.......
Χαμόγελο στην θύμηση σου, και στη δική σου μοναξιά...
Όχι δεν χαίρομαι για αυτό - για την μοναξιά σου...
Αντίθετα...


Μοναξιά μπορεί κάποιος να βιώσει ακόμη και όταν βρίσκεται μέσα στο πλήθος, στην παρέα του ή στην οικογένειά του, αν αισθάνεται ότι οι άλλοι τριγύρω δεν τον ακούνε, δεν τον κατανοούν, ή δεν τον αγαπούν....



Έχεις κλειστεί και συ σε μια φυλακή, φυλακή που εσύ έχεις επιλέξει....


Ξέρω όμως πως οι μοναξιές μας κάπου συναντιούνται....
Συνοδοιπόροι στις μοναξιές,
κάπου που δεν μπορούμε να φτάσουμε εμείς, οι δυο μαζί...



Οι δρόμοι μας δεν μπόρεσαν να ενωθούν, πάντα παράλληλα προχωρούσαμε και προχωράμε....


Μια πάχνη έρχεται να καθίσει ανάμεσα στους δυο μας....
Πάχνη που έχει γίνει πληγή και δεν κλείνει...



Αφήνω τις σκέψεις και σηκώνομαι, πηγαίνω κοντά στο παράθυρο....
Δακρυσμένο κάθεται και αυτό, χωρίς να μπορεί να μιλήσει, αλλά οι σταγόνες του σαν δάκρυα μου λένε πολλά....



Σουρούπωσε, φώτα αντανακλούν, σκιές σχηματίζονται στο δακρυσμένο τζαμί...
Η σκιά σου....



Δειλά αρχίζει να φαίνεται το φεγγάρι ανάμεσα στα μαύρα σύννεφα και πάλι εσύ μπροστά μου....


Αναρωτιέμαι, αν θέλω να βγω από αυτό το τούνελ,
αχνά βλέπω μια λουρίδα φωτός...
Με φωνάζει.....
Έλα!!! Έλα...προχώρα!!!!
Τα πόδια μου λες και έχουν παραλύσει,
δεν μπορώ να συνεχίσω,
η δεν θέλω να σε αφήσω,
στην μοναξιά σου…
Αποφάσισα.....
Όχι δεν σε αφήνω μόνο, πάντα θα είσαι στην σκέψη μου και εγώ στην δική σου, κλεισμένοι στις δικές μας φυλακές!!!!



Ο Κομφούκιος λέει…
<Πολλοί ζητούν την ευτυχία υψηλότερα από τον άνθρωπο, άλλοι χαμηλότερα, μα η ευτυχία είναι στο ίδιο μπόι του ανθρώπου.>

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΑΓΑΠΗ.....



Στο μεγάλο λιβάδι καταμεσής είχε φυτρώσει μια ψηλόλιγνη λεύκα. Κανένας δεν θυμόταν πότε και πως. Ίσως ούτε κι η ίδια θα μπορούσε να απαντήσει. Όλοι την θαύμαζαν για τη λυγεράδα,
την κορμοστασιά της και προπαντός για την ασημένια φορεσιά.
Ποιος όμως θα το φανταζόταν πως ήταν μια δυστυχισμένη λευκά.
Όσο μακριά κι αν έστελνε το βλέμμα της δε συναντούσε άλλο δέντρο.
«Ολομόναχη, λοιπόν, χωρίς φίλους, χωρίς κάποιον να αλλάζει δυο κουβέντες», συλλογιζόταν και συνέχιζε:
«Όταν οι άνθρωποι είναι πολύ μόνοι, τότε λένε πως μοιάζουν με καλάμια στον κάμπο, μα θα έπρεπε καλύτερα να έλεγαν πως μοιάζουν με μένα, σαν λευκά στο λιβάδι».
Αυτές και άλλες τέτοιες σκέψεις τη βασάνιζαν συνεχεία.
Και φαίνεται δεν είχε άδικο η ψηλόλιγνη μοναχική λευκά.
Μια μικρή παρηγοριά της βέβαια ήταν τα πούλια.
Οι ευκαιρίες όμως για να τους μιλήσει ήταν πιο λίγες και από τις λίγες.
Όλη τη μέρα φτεροκοπούσαν εδώ και εκεί κι έρχονταν στα κλαδιά της για να κελαηδήσουν η να κοιμηθούν.
Δεν πολύ καταλάβαιναν την γλώσσα της, γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν είναι πράγμα εύκολο να μάθεις τη λαλιά των δέντρων.
Όσο για τα τζιτζίκια, αυτά ήταν όλο ύπνο και
τραγούδι.
Δε νοιάστηκαν να πιάσουν κουβέντα με τη λευκά, και ας τα φιλοξενούσε κάθε καλοκαίρι.
Έτσι περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια κι όλα φαίνονταν άχρωμα στη λευκά.
Ώσπου μια μέρα άρχισε η ζωή να της χαμογελάει.
Ήταν μια φθινοπωριάτικη μέρα με έναν ήλιο
ολόχρυσο, που απλώθηκε στο λιβάδι μετά την πρωινή βροχή.
Φρεσκοπλυμένη από τη βροχή γυάλιζε η λευκά ένα ένα τα ασημένια φύλλα της.
Έφτασε τέλος να γυαλίσει και τα πιο ψηλά, όταν είδε να κατηφορίζει από τους πέρα λόφους ένα κάτασπρο άλογο.
Κάτασπρο σαν το χιόνι. Τόσο περήφανο άλογο δεν είχε ξαναπατήσει στο λιβάδι.
«Αχ και τι ρυθμικά χορεύει η χαίτη του έτσι καθώς καλπάζει», συλλογίστηκε η λεύκα.
Σε λίγο διάκρινε στη ράχη του άλογου κι ένα μεσόκοπο καβαλάρη.
«Θα είναι σίγουρα το αφεντικό του», σκέφτηκε.
Κι όσο πλησίαζε το άλογο αυτή δε χόρταινε να το κοιτάζει.
Πήγε να σπάσει από χαρά η καρδιά της, όταν το άσπρο άλογο σταμάτησε εκεί κοντά κι ο καβαλάρης το έδεσε στον κορμό της.
Ήταν ο αγρότης που αγόρασε το διπλανό χωράφι.




«Όσο κρατάνε οι δουλείες του στο χωριό θα έχω κι εγώ παρέα», συλλογίστηκε κι έγιναν τα φύλλα της ακόμη πιο ασημένια από ευτυχία.
«Ποιος το περίμενε πως θα είχα συντροφιά μου ένα τόσο όμορφο άλογο.»
Όμως το άλογο ούτε που γύρισε να την κοιτάξει. Και πρώτα γιατί ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό να κάνει παρέα με ένα δέντρο.Κι ύστερα, από μικρό δεν συμπαθούσε και πολύ τα δέντρα, γιατί συχνά το έδεναν στον κορμό τους, ενώ αυτό θα προτιμούσε να καλπάζει λεύτερο στους κάμπους και βουνά.
Και τι παρέα να κάνει μ’ενα δέντρο, αφού τα δέντρα, όπως νόμιζε, δεν ξέρουν να μιλούν.
Πέρασε μια, πέρασαν δυο, πέρασαν τρεις μέρες κι η λεύκα αποτραβήχτηκε ξανά στη θλίψη και στη μοναξιά της, κι ας είχε τώρα εκεί στα πόδια της το πιο όμορφο άλογο.
Προσπάθησε πολλές φορές να του μιλήσει μα αυτό ούτε που κατάλαβε.
Όμως η μοναξιά άρχισε με τις μέρες να τρυπώνει σιγά σιγά και στην καρδιά του άλογου, έτσι δεμένο όπως ήταν με τις ώρες.
Ένα μεσημέρι σήκωσε το κεφάλι του ψηλά κι αγκάλιασε για πρώτη φορά με το βλέμμα του τη λεύκα.




«Ποπό! Τι λυγερή που είναι! Και τι όμορφη! Και τα φύλλα της λες κι έχουν πάνω τους καθαρό ασήμι! Μα πόσο θα πρέπει να είναι δυστυχισμένη εδώ ολομόναχη μέσα στο λιβάδι», σιγοψιθύρισε
το άλογο και συνέχισε να την θαυμάζει.
-Αχ, σε ευχαριστώ που με καταλαβαίνεις, ακούστηκε τότε μια λεπτή μελωδική φωνή να βγαίνει από τη φυλλωσιά της λεύκας μαζί με ένα θρόισμα ελαφρύ.
Και το άλογο δεν πίστευε στα αυτιά του. Αλήθεια, ήταν η λεύκα που του μίλησε.
-Ώστε έχετε φωνή και σεις τα δέντρα; Είπε απορημένα. Και γω που ξέρω μόνο τη γλώσσα των ζωών πως γίνετε και καταλαβαίνω τη δική σου γλώσσα;
Και τότε η λευκά χαρούμενη που επιτέλους πια την άκουσε το άσπρο άλογο απάντησε:
-Το καθετί πάνω στη γη έχει τη γλώσσα του.Κι είναι γλώσσες που για να τις μάθεις χρειάζεται να τις σπουδάζεις χρόνια και χρόνια. Για να τις καταλάβεις αυτές, φτάνει μόνο αν θέλεις να τις καταλάβεις, να δώσεις προσοχή σ’ αυτόν που προσπαθεί να σου μιλήσει.
Από τη μέρα εκείνη το άσπρο άλογο δεν έβλεπε τη στιγμή να ξεκινήσει με το αφεντικό του για το χωράφι. Ανυπομονούσε να βρεθεί μια ώρα αρχύτερα κοντά στη λεύκα.
Κι η λεύκα τις νύχτες που να κλείσει μάτι. Μετρούσε τις στιγμές που της φαίνονταν τώρα αιώνες και παρακάλαγε τον ήλιο να ανατείλει πιο νωρίς για να δει το άλογο να κατηφορίζει από τους πέρα λόφους. Και τι δεν έλεγαν η λεύκα και το άσπρο άλογο στις ατελείωτες κουβέντες τους.
Εκείνο της έμαθε ένα σωρό πράγματα για τα ζώα, της μίλαγε για τον κόσμο πίσω από τους λόφους. Κι ακόμη της έλεγε πως του αρέσει όσο τίποτα στη γη να καλπάζει λεύτερο σε κάμπους και βουνά.
Και πως είναι τυχερό που έχει για αφεντικό του έναν άνθρωπο που δεν βασάνιζε τα ζώα.
Κι αυτή δεν χόρταινε να το ακούει.
Με την σειρά της του μιλούσε για χίλια δυο πράγματα, μα πιο πολύ για τα πούλια, για το κελάηδημα τους, και για τα αστέρια που μελέταγε τη νύχτα.
Κι ακόμη πόσο ευχαριστιόταν να λικνίζεται ρυθμικά με το απαλό αεράκι.
Είχε ξεχάσει για τα καλά η λεύκα την μοναξιά.
Και το άλογο τώρα ένιωθε μοναξιά σαν ήταν μακριά της, παρ’ όλο η παρέα δεν του έλειπε στο αγροτόσπιτο του αφεντικού.
Όμως ένα πρωί το άλογο δε φάνηκε. Όσο και αν τέντωνε η λεύκα τα ψηλότερα κλαδιά της μήπως το δει να έρχεται από μακριά, τίποτα, τίποτα. Ούτε την άλλη μέρα φάνηκε, ούτε την παράλλη. Τότε κατάλαβε η λεύκα πως είχαν τελειώσει πια οι δουλειές στο διπλανό χωράφι και πως μ’ αυτές τελείωσαν οι όμορφες μέρες και η δική της ευτυχία.
«Πάει με τον καιρό θα με ξεχάσει το άσπρο άλογο», συλλογιζόταν κι η καρδιά της βάραινε σαν σίδερο.
Σκέψεις παρόμοιες όμως έκανε και το άσπρο άλογο, που όλη τη μέρα δούλευε τώρα αλλού.




Και τις νύχτες έμενε δεμένο μπροστά στην πόρτα του αγροτόσπιτου.
«Αχ, η λεύκα θα νομίζει πως την ξέχασα». Και τα μάτια του πλημμύριζαν θλίψη. Με τα άλλα ζώα δεν άλλαζε κουβέντα. Και ούτε που πείναγε πια.Μόνο λίγο νεράκι έπινε που και που και μασούλαγε ανόρεχτα λίγες μπουκιές σανό.
Τώρα κατάλαβε πόσο βαθιά αγάπαγε την λεύκα.
Και τι δεν θα έδινε να της έστελνε ένα μήνυμα, ένα σημάδι, πως δεν την ξέχασε, πως δεν το ήθελε να μένει μακριά της και άλλα πολλά...
Πέρναγαν οι μέρες, οι νύχτες, κυλούσαν οι βδομάδες, μπήκε ο χειμώνας. Μια νύχτα που η παγωνιά είχε ξαφνιάσει όλη τη φύση και το άλογο τουρτούριζε από το κρύο, μα που το κρύο και η παγωνιά μες στην καρδιά του ήταν πιο αβάσταχτα, πήρε την μεγάλη απόφαση:
«Δεν το αντέχω άλλο, θα σπάσω το σχοινί. Η λεύκα με χρειάζεται και τη χρειάζομαι κι εγώ».
Και μια και δυο σπάει το σχοινί και αρχίζει να καλπάζει ξέφρενα προς το λιβάδι.
Πρόβαλε τότε ξαφνικά στο χειμωνιάτικο ουρανό ένα ολοστρόγγυλο πελώριο φεγγάρι που ασήμωσε τους γύρω λόφους.
-Λευκά μου, λευκά μου! Φώναξε από μακριά το άσπρο άλογο.




Και κείνη που έμενε νύχτες άγρυπνη να το περιμένει, του απάντησε με τη γλυκεία αέρινη φωνή της όσο πιο δυνατά μπορούσε:
-Καλό μου άσπρο άλογο, αλογατάκι μου!
Γρήγορο σαν τον άνεμο έφτασε κοντά της. Σηκώθηκε στα πισίνα του πόδια για να τη φιλήσει στο μάγουλο.
Προσπάθησε και αυτή να σκύψει, γιατί το ήθελε και αυτή να φιλήσει το άλογο.
Μα ο κορμός της κόντεψε να σπάσει. Δεν τα κατάφεραν.
Ίσως μια άλλη φορά...
Ύστερα ξάπλωσε το άλογο στα πόδια της και αυτή τίναξε τα κλαδιά της και του έριξε όσα φύλλα δεν της είχε πάρει ο χειμώνας για να το ζεστάνει.
-Λεύκα μου τώρα έμεινες ολόγυμνη, θα ξεπαγιάσεις.
-Μην νοιάζεσαι, του απάντησε.Είμαι συνηθισμένη εγώ να περνάω το χειμώνα χωρίς την ασημένια φορεσιά μου.Στεναχωριέμαι μόνο που όταν με γνώρισες ήμουν φουντωτή και όμορφη...ενώ τώρα...
-Για μένα είσαι όμορφη όπως και να είσαι-τη διέκοψε το άλογο.
Άλλωστε η άνοιξη θα σου φέρει καινούργια φορεσιά.




Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από πάνω τους μια κοροϊδευτική βραχνή φωνή:
-Για δες, τι παράξενη, τι αταίριαστη αγάπη είναι πάλι και τούτη. Παει χάλασε ο κόσμος. Ένα άλογο με μια λεύκα. Ας γελάσω...
Σήκωσαν τα μάτια τους και είδαν να περνάει ένα μαύρο κακομούτσουνο σύννεφο.
-Θα τρέξω να πω τα νέα και στα άλλα σύννεφα πίσω από τους λόφους να γελάσουμε με την ψυχή μας.
Τέτοιο αστείο θέαμα έχω να δω πολύ καιρό, είπε το κακομούτσουνο σύννεφο και βιάστηκε να φύγει.
Η λεύκα βυθίστηκε στη σιωπή.Τα λόγια του μαύρου σύννεφου κουδούνιζαν στα αυτιά της και παραλίγο να της κλέψουν την χαρά.
Το άσπρο άλογο διάβασε την σκέψη της αμέσως.
-Καλή μου λεύκα, μη στεναχωριέσαι. Πάντα θα υπάρχουν μαύρα σύννεφα που αντί να ψάξουν να βρουν την ευτυχία, κοιτούν πως θα χαλάσουν την ευτυχία των άλλων.
Μην αμφιβάλλεις ούτε στιγμή πως είμαστε το πιο ταιριαστό ζευγάρι, ίσως μάλιστα σ’ ολόκληρο τον κόσμο.




-Έχεις δίκιο άλογο, ακούστηκε να λέει μια ζεστή φωνή. Χιλιάδες χρόνια ταξιδεύω πάνω στη γη, από άκρη σε άκρη. Είδαν πολλά τα μάτια μου.
Πρώτη φορά μου συναντώ αγάπη τόσο όμορφη, τόσο ταιριαστή.
Ήταν το ολοστρόγγυλο φεγγάρι που είχε γλιστρήσει αθόρυβα από τον ουρανό και στάθηκε πάνω τους λούζοντας τους με ασημένιο φως.
Όμως μέσα στην τόση ευτυχία το άλογο ούτε που σκέφτηκε το αγροτόσπιτο και το αφεντικό του.
Και όταν του το θύμισε η λεύκα δεν το βάσταξε η καρδιά του να την αφήσει πάλι μόνη.
Το αφεντικό είχε όμως άλλη γνωμη.Ηταν όλη η περιούσια του.
Μέρες έψαχνε να το βρει. Λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε.
Που να φανταστεί πως το άσπρο άλογο είχε αγαπήσει μια λεύκα, κάτω στο λιβάδι.
Όχι αυτό δεν περνούσε από μυαλό του, αν δεν υπήρχε το μαύρο κακομούτσουνο σύννεφο να το μαρτυρήσει. Και να πως έγινε:




Μαρτυριάρικο όπως ήταν έριξε λίγες σταγόνες στον κήπο του αγροτόσπιτου. Έτσι το μυστικό το έμαθαν πρώτα τα λουλούδια που το συζήταγαν μέρα νύχτα.
-Τι παράξενη ιστορία αγάπης, έλεγε το ένα.
-Ίσως να είναι όμορφη, μουρμούριζε το άλλο.
-Αχ να είχαμε και μεις την τύχη της λεύκας, έλεγε το τρίτο.




Πες πες έφτασε το μυστικό στα αυτιά της γυναίκας του αφεντικού, που ήξερε την γλώσσα των λουλουδιών από καιρό, αφού τα αγάπαγε πολύ.
Κι εκείνη με την σειρά της το είπε στον άντρα της.
-Τρέχω αμέσως να το φέρω πίσω, φώναξε χαρούμενο το αφεντικό.
Όμως το άλογο που είχε πάρει απόφαση να μείνει για πάντα με την λεύκα, μόλις τον είδε να κατηφορίζει από τους λόφους, εξαφανίστηκε πέρα στα βουνά.




Φτάνοντας το αφεντικό κοντά στη λευκά, σκέφτηκε, άλλος τρόπος δεν υπάρχει, πρέπει να κόψει την λεύκα. Μόνο έτσι πίστευε θα γύρναγε το άλογο πίσω.
Πήρε λοιπόν πριόνι και άρχισε να πριονίζει τον κορμό της.
Ξαφνιάστηκε όμως σαν άκουσε αναστεγναμούς.
Δεν πίστευε στα αυτιά του.
«Έχουν λοιπόν δίκιο όσοι λένε πως και τα δέντρα έχουν ψυχή», σκέφτηκε. «Και γιατί όχι; Η γυναίκα μου μιλάει από καιρό με τα λουλούδια της».
Σταμάτησε αμέσως το πριόνισμα και ρώτησε τη λευκά γεμάτος καλοσύνη:
-Πες μου σε πόνεσα; Πονάς;
-Ναι, του απάντησε εκείνη, μα δεν αναστέναξα για αυτό.
Σκέφτηκα πόσο πιο πολύ θα πονέσει το καλό μου άλογο, σαν γυρίσει και με βρει κομμένη, ριγμένη στη γη.
-Τι όμορφη αγάπη είναι τούτη! Ψιθύρισε το αφεντικο.Πως να τη χαλάσω; Πες στο άλογο όταν γυρίσει, πως από σήμερα το αφήνω ελεύθερο.
Αυτό το δώρο κάνω στην αγάπη σας.
Και πριν η λευκά προλάβει να τον ευχαριστήσει, αυτός είχε πάρει τον ανήφορο της επιστροφής,
να προλάβει να πει στην γυναίκα του τη θαυμαστή και παράξενη ιστορία.




Σαν γύρισε το άλογο και έμαθε τα ευχάριστα νέα, χόρευε σαν τρελό από ευτυχία γύρω από την λεύκα.
Και εκείνη μόλο που ήταν πληγωμένη λικνιζόταν ρυθμικά για να το συνοδέψει στον χορό του.
Την άλλη νύχτα όταν οι άνθρωποι κοιμόταν σ’ ολόκληρη την γη, της πρότεινε ένα μικρό περίπατο. Ξαφνιάστηκε η λεύκα.
-Περίπατο εγώ; Εγώ είμαι δέντρο. Το ξέχασες καλό μου άλογο; Τα δέντρα μένουν ριζωμένα στην ίδια θέση.
-Το ξέρω μένουν ακίνητα γιατί κανένα ποτέ δεν δοκίμασε να περπατήσει.
Θα είσαι εσύ το πρώτο δέντρο που θα περπατήσει στη γη.




Κι έτσι έγινε. Ήταν υπέροχη εκείνη η νύχτα που η λεύκα περπάταγε καμαρωτή δίπλα στο άσπρο της άλογο, κάτω από το ολοστρόγγυλο φεγγάρι.
Ναι, ήταν εκεί και ο φίλος τους το φεγγάρι, που βγήκε επίτηδες να τους φωτίσει το δρόμο.Και απόψε έβαλε τα δυνατά του να γίνει πιο λαμπερό.
-Σε ευχαριστούμε, καλό μας φεγγαράκι, είπαν με μια φωνή.
Και κείνο χαμήλωσε ακόμη πιο πολύ και τούς απάντησε τραγουδιστά:
Εγώ, εγώ θα πρέπει
να σας πω ευχαριστώ
για την αγάπη σας αυτή
που ομόρφυνε τη γη....
Και συνέχισε:
Τώρα είναι ώρα να πηγαίνω. Για λίγες μέρες δε θα φανώ. Θα κάτσω να ξεκουραστώ. Μα όταν ξανάρθω, θέλω να κάνω και γω ένα δώρο στην αγάπη σας, που θα την κάνει πιο όμορφη, πιο ζηλευτή, πιο ταιριαστή.
Αφήστε με το σκεφτώ.Ίσως συμβουλευτώ και την καλή νεράιδα που μένει σε ένα διπλανό αστέρι.
Μέχρι τότε γεια χαρά.






Στο μεταξύ μπήκε η άνοιξη. Και τούτη τη φορά δώρισε στη λεύκα μια ασημένια φορεσιά που όμοια της δεν είχε ξαναφορέσει ποτέ λεύκα πάνω στη γη.
Το άσπρο άλογο την καμάρωνε.
Στα κλαδιά της μαζεύονταν τώρα όλα τα πουλιά και τιτίβιζαν τα πιο μελωδικά τους τραγούδια.
Τις νύχτες συνεχιζόταν οι περίπατοί τους.




Και μια από αυτές τις νύχτες νάσου πάλι ο φίλος τους το φεγγάρι, τριγυρισμένο από εκατομμύρια αστέρια.
Χαμήλωσε, χαμήλωσε, χαμήλωσε κι άλλο, ώσπου κάθισε στην κορυφή της λεύκας.
-Σας έφερα το δώρο σας, νάτο! Είπε χαρούμενα και τους έδειξε ένα κόκκινο σακούλι. Μου το έδωσε η καλή νεράιδα από το γειτονικό μου αστέρι.
Μέσα του έχει μια μαγική χρυσόσκονη! Όταν τη ρίξω πάνω σας θα γίνετε και οι δυο σας ίδιοι.
Δε θα είστε πια διαφορετικοί. Και θα χαρείτε έτσι την αγάπη σας χωρίς εμπόδια και πρόβλημα κανένα.
Διαλέξτε: Θέλετε να ζήσετε σαν άλογα η σαν λεύκες;
Και τότε όπως γίνετε στις πολύ μεγάλες αγάπες, του απάντησαν με μια φωνή, σαν να είχε διαβάσει ο ένας τη σκέψη του άλλου:
-Σε ευχαριστούμε, φεγγαράκι, για το δώρο σου, μα προτιμάμε να μείνουμε έτσι όπως είμαστε.
Είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. Η αγάπη μας δε χρειάζεται τη μαγική χρυσόσκονη.
-Εγώ συνέχισε η λεύκα, ξέρω καλά πόσο αρέσει στο άσπρο μου άλογο να τρέχει ξέφρενο μακριά, να καλπάζει. Θα ήταν κρίμα να γίνει λεύκα και να ριζώσει.
Εμένα πάλι δεν μ αρέσει να καλπάζω. Μου φτάνουν οι νυχτερινοί περίπατοι. Αντίθετα με ευχαριστεί να λικνίζομαι στο απαλό αεράκι.
-Έχει δίκιο η λεύκα μου, συμπλήρωσε το άλογο, θα ξεκουράζομαι στα πόδια της.
Πάντα κοντά της θα γυρίζω. Για μας η αγάπη μας είναι τόσο ταιριαστή!





Κι έτσι θα μείνουμε, λεύκα εκείνη, άλογο εγώ.
Και πριν προλάβει να τελειώσει τα λόγια του το άλογο, ένιωσε να ψηλώνουν τα πόδια του. Κι η λεύκα έσκυψε πρώτη φορά τόσο πολύ χωρίς πόνους στη μέση της.
Έτσι έδωσαν το πρώτο τους φιλί...
Τρελό από ενθουσιασμό χειροκροτούσε το φεγγάρι και φώναζε με όλη του τη φωνή:
-Ξυπνήστε, άνθρωποι, ξυπνήστε να δείτε την πιο ταιριαστή αγάπη σ’ ολόκληρη τη γη.




Κι ήταν εκείνη η μόνη νύχτα που το φεγγάρι ξέχασε να συνεχίσει το ταξίδι του στον ουρανό...

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ....!!!!

Είναι τώρα χρόνια που ξυπνώ μέσα στην νύχτα
με την δικιά σου νοσταλγία...
Τόσα χρόνια πέρασαν αλλά δεν μπορώ να ξεπεράσω τον χαμό σου…
Τον χαμό σου, τον τόσο άδικο για σένα…..και ακόμη περισσότερο για μένα…
Άδικο...
Άδικο...
Άδικοοοοοο...κραυγάζει η ψυχή μου...


Αγκάθι μέσα μου η νοσταλγία…άλλοτε βάλσαμο στην θύμηση σου…πολλές φορές και τραγούδι...

Έρχονται φορές που με βλέπω να είμαι πάνω σε ένα βουνό και από κάτω το πέλαγος ...
να σε ακούω να μου μιλάς…να μου ψιθυρίζεις όλα όσα είχες να μου πεις...και δεν πρόλαβες...



Είναι αδύνατον να ξεφορτωθώ την νοσταλγία σου…γιατί θα χαθούν και οι μνήμες...
Δεν ξεφορτώνεσαι ότι έχεις αγαπήσει...

Μου λείπεις...

Αφιερωμένο σε σένα μπαμπά....

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ.....





Αν δεν μπορείς να καταλάβεις την σιωπή μου...
Δεν θα καταλάβεις ποτέ τα λογιά μου...

Φθινόπωρο πάλι,οι σκέψεις φωνάζουν
γυάλινα όνειρα σπας και πονούν.
Λόγια της βροχής ακούς που σε τρομάζουν
οι μέρες αλλάζουν,μα δύσκολα περνούν.

Και θυμάσαι τα μάτια που τότε φιλούσες
θυμάσαι τα δάκρυα που σβήναν φωτιές
θυμάσαι αγκαλιές ζεστές αν πονούσες
θυμάσαι τα χέρια που κλείναν πληγές.

Φθινόπωρο πάλι,οι σκέψεις αράζουν
σε μαύρα σύννεφα του δειλινού
λόγια της βροχής τα όνειρα σκουριάζουν
και πάνω τους βλέπεις τα χρόνια να περνούν.