Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Ουκρανία Έχεις Ταλέντο.....(Κ Α Τ Α Π Λ Η Κ Τ Ι Κ Ο!!!!)



Η εμφάνιση μιας ντροπαλής 24χρονης σε σόου ταλέντων της ουκρανικής τηλεόρασης προκάλεσε το κλάμα μίας ολόκληρης χώρας, καθώς και διεθνή αίσθηση. Περίπου 13.000.000 άνθρωποι είδαν την Kseniya Simonova στο σόου "Ουκρανία έχεις ταλέντο" σε μια εξαιρετική επίδειξη της τέχνης της άμμου. Η Ουκρανία προετοιμάζεται για τις προεδρικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2010, ενώ βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση ως χώρα.

Από τον περασμένο Μάιο, οπότε και εμφανίστηκε για πρώτη φορά η Simonova, με ένα κουτί γεμάτο άμμο, ζωγραφίζοντας πανέμορφες εικόνες πάνω σε αυτό, απεικονίζοντας την ιστορία της πρώην σοβιετικής χώρας, όλο και περισσότεροι θαυμαστές κάθονταν μπροστά από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες για να τη δουν.

Τα βίντεό της στο Youtube έχουν συγκεντρώσει πάνω από 4.000.000 κλικ, αριθμός απίθανος για ένα κοινό που γνωρίζει λίγα για την ιστορία της Ουκρανίας.

Η Ουκρανία έχασε περίπου το 1/4 του πληθυσμού της κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 20% των συνολικών θανάτων. Με τη βοήθεια της άμμου, τα πορτραίτα της Simonova δείχνουν τις ανθρώπινες απώλειες από τη γερμανική εισβολή του 1941.

Η σκηνή, στο άνοιγμά της, δείχνει ένα ζευγάρι να κάθεται σε ένα παγκάκι κάτω από έναν ουρανό γεμάτο αστέρια. Ξαφνικά, εμφανίζονται πολεμικά αεροπλάνα και η ευτυχισμένη σκηνή αντικαθίσταται από θλιμμένα πρόσωπα. Στη συνέχεια, έρχεται ένα μωρό και η γυναίκα χαμογελά ξανά, αλλά ο όλεθρος του πολέμου τη μετατρέπει σε χήρα, πριν η εικόνα με τη σειρά της να πάρει τη μορφή του Αγνώστου Στρατιώτη της Ουκρανίας.

Η 24χρονη κέρδισε, φυσικά, το πρώτο βραβείο του παιχνιδιού (80.000 λίρες) και επέστρεψε στην κανονική της ζωή στην Κριμαία. Έκπληξη αποτελεί πάντως το κίνητρό της για τη συμμετοχή στο παιχνίδι. "Δήλωσα συμμετοχή για να βοηθήσω ένα παιδί, το οποίο χρειαζόταν να υποβληθεί σε εγχείρηση. Δεν είχα σκοπό να κάνω όλη τη χώρα να κλάψει" είπε χαρακτηριστικά.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα.....

Να σας ζητήσω ένα μεγάλο συγνώμη που έκανα το blog μου άνω κάτω….
Όπως λέει και ο λαός όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα…τον τρων οι κότες…
Χαχαχαχαχαχαχα
Θα με βρίσκεται λοιπόν εδώ…

Aerika Kai Kswtika

Σύντομα θα είμαστε πάλι παρεούλα με διάφορα θεματάκια J))

Καλό βράδυ και μια όμορφη εβδομάδα σε όλους…

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Μ" λάρ (Μουλάρι)



Το μουλάρι συνδέεται στενά με την πολιτιστική ιστορία του
ανθρώπου εδώ και τουλάχιστον 3000 χρόνια, κάτι που
επισημαίνει τις εξαιρετικές φυσικές και ψυχικές
ιδιαιτερότητες αυτού του ζώου.

Σε αντίθεση με το άνθρωπο «μουλάρι»…

Το μουλάρι προέρχεται από την διασταύρωση των δύο ειδών ίππος (άλογο) και όνος (γαϊδούρι).

Και ο άνθρωπος προέρχεται από δυο ειδών ανθρώπους…
Αλλά η διασταύρωση έχει μεγαλύτερο ποσοστό στα ΓΑΪΔΟΥΡΙΑ…

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Αχ, Ωραια Μου Πατριδα...



Πλιτςςς.....

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Αχιβάδα......!!!!!

Ξαναβρεθήκανε μετά τις διακοπές τους και τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις....
Της ήταν αρκετό να τον ακούει να μιλά για ένα σωρό πράγματα, να τον νοιώθει δίπλα της, η ανάσα του να γίνεται ένα με το φθινοπωρινό αεράκι που έμπαινε από τα ανοικτά παράθυρα του αυτοκίνητου, ανάμεικτο με την κολώνια του, που έφτανε στα ρουθούνια της σαν αέρινες αναπνοές μαζί με την μυρωδιά της θάλασσας....
Ο δρόμος σχεδόν έρημος, λιγοστά τα αυτοκίνητα που συνάντησαν...
Μονάχα οι προβολείς του αυτοκίνητου φώτιζαν το σκοτάδι. Κάπου ανάμεσα στα πεύκα ξεχώριζε μια μικρή ταλαιπωρημένη ταμπέλα που έδειχνε ένα μικρό μονοπάτι...
Έστριψε μαλακά και μπήκε στον χωματόδρομο διασχίζοντας ένα πυκνό δάσος από μεγάλα πεύκα, που τους έστελναν σε απανωτά κύματα τις μυρωδιές από την σάρκα τους ανάμεικτες με την αύρα της θάλασσας...




Κοιτάζοντας γύρω της αναρωτιόταν σε ποια άραγε ερημιά είχαν φτάσει?
Κάποια στιγμή οι προβολείς φώτισαν επιτέλους την παράλια...




Οδήγησε το αυτοκίνητο μαλακά όσο και προσεκτικά, μέχρι εκεί όπου άρχιζε η άμμος....
Άφησε το ράδιο να παίζει και λέγοντας της μονολεκτικά:
«Φτάσαμε...»


Περίεργη η χροιά της φωνής του....
Βγήκε και εκείνη λίγο μουδιασμένη, αρκετά απορημένη και περισσότερο πεινασμένη!
Εκείνος ατάραχος άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ και έβγαλε ένα κουβέρλι και ένα πανέρι, και ακολούθησε την φωτεινή δέσμη των προβολέων μέχρι την ακροθαλασσιά.
Άπλωσε αμέσως το κουβέρλι στην άμμο, άνοιξε το πανέρι και ύστερα έβγαλε ένα φαναράκι και άναψε το κερί...




Επέστρεψε στο αυτοκίνητο, έσβησε τους προβολείς και την πήρε από το χέρι, καθώς στεκόταν ακίνητη όσο και περίεργη για όλο αυτό το σκηνικό.
Πέταξε τα παπούτσια του στην άκρη και κάθισε οκλαδόν κοιτάζοντας την θάλασσα σαν να ήθελε να εξοικειωθεί με το αμυδρό φως από το φαναράκι αλλά και με των αστερίων...
Κάθισε δίπλα του σιωπηλή.
Σαν κάτι να αναδεύτηκε μέσα στο μυαλό της. Μα γρήγορα το απεδίωξε.
Τίποτα δεν είχε φανερώσει τις διαθέσεις του, πέρα από το γενέθλιο δώρο του μια αχιβάδα στολισμένη σε ένα ασημένιο κύκλο και τις προφορικές ευχές!




Μέσα στην απόλυτη σιωπή της νύκτας, μονάχα το απαλό σκάσιμο των μικρών κυμάτων ακουγόταν σαν μουρμούρισμα νεράιδων!
Δεν χρειάστηκε πολύ να συνηθίσει η μάτια της.
Βρισκόταν σε μικρό ορμίσκο δεξιά και αριστερά ένα απέραντο δασός με τα ασάλευτα πεύκα και από πάνω τους ένας διαμαντένιος ουρανός, που τους έστελνε αχνές λάμψεις από την ομορφιά του...




«Ερχόμασταν συχνά εδώ με τους γονείς μου και κατασκηνώναμε...»
«Εδώ μάζεψα και την πρώτη αχιβάδα μου...»
Μια σταγόνα κατρακύλησε στην ραχοκοκαλιά της.
Περιέργως ένοιωσε απόλυτα ήρεμη, σαν την γαληνή και την σιωπή που προηγείται της καταιγίδας.
Δεν είπε απολύτως τίποτα...
Κατάλαβε μέσα της ότι ήταν η ώρα του.
Του την χάρισε.
Σήκωσε το αριστερό του χέρι και της έδειξε ανατολικά.
Ένα ολόγιομο φεγγάρι άρχισε να ανεβαίνει με ερωτική νωχέλεια, σκορπίζοντας την πρώτη μαγεία...
Σε λίγο όλος ο τόπος σκεπάστηκε με την ασημόσκονη της πανσελήνου...
Δέντρα, θάλασσα, αμμουδιά, όλα γέμισαν από το μαγικό χαμόγελο της Εκάτης που τους κοίταζε από ψηλά, στέλνοντας λάγνα μηνύματα.




Σηκώθηκε όρθιος και πήγε μέχρι το πρώτο κύμα, αδιαφορώντας αν βράχηκαν οι άκρες του παντελονιού του.
Κοίταζε ίσια μπροστά το ανοικτό πέλαγος....
Και ξαφνικά άρχισε να γδύνεται.
Ατάραχος σαν να έκανε το φυσικότερο πράγμα του κόσμου.
Άφηνε τα ρούχα του να πέφτουν το ένα μετά το άλλο, εκεί στην άκρη της θάλασσας, μέχρι που έμεινε σαν τον Αδάμ στον Παράδεισο!
Άναυδη τον παρακολουθούσε και όση ηρεμία και γαληνή υπήρχε γύρω της, τόση ήταν και η θύελλα που είχε ξεσπάσει στο κορμί της.
Τον κοίταζε άφωνη και αποσβολωμένη, κοίταζε αυτό το κορμί που τόχε λατρέψει ντυμένο, και τώρα που το έβλεπε ολόγυμνο, της έφερε όχι μόνο ταραχή αλλά και έναν ερωτικό ίλιγγο.
Μα εδώ δεν υπήρχε ένα άγαλμα, αλλά μια πάλλουσα σάρκα...
Εκείνος έκανε αργά δυο-τρία βήματα μέσα στο νερό και στάθηκε ακίνητος, λες και ήθελε να εξοικειωθεί με την δροσιά του νερού...
Σήκωσε τα χέρια του ψηλά και τεντώθηκε σαν τόξο.




Της φάνηκε πως τα ακροδάχτυλα του έφτασαν τα αστέρια.
Και τότε γύρισε προς το φεγγάρι και έριξε προς τα πίσω το κεφάλι του.
Έμοιαζε σαν να έστελνε στην πανσέληνο τα πιο ερωτικά του φιλιά, τις πιο δυνατές ερωτικές προκλήσεις του κορμιού του...
Ήταν ένα θαύμα ομορφιάς και της ήρθαν δάκρυα στα μάτια, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει-αν ήταν από αυτό που έβλεπε ή από τις δικές της προσμονές-.
Γύρισε προς το μέρος της και της άπλωσε το χέρι του...
Πρόσκληση και πρόκληση, παράκληση και προσμονή σε κείνο το ασημένιο χέρι που την καλούσε.
Μαζί είδε και την τεραστία ένταση του κορμιού του, έτσι όπως διαγραφόταν μέσα στην χρυσόσκονη της μαγείας!
Επιτέλους την καλούσε στην αγκαλιά του και στο έρεβος!
Μηχανικά γδύθηκε χωρίς να σκέφτεται παρά μόνο πως θα βρεθεί μέσα στα χέρια του το συντομότερο δυνατό.
Ήταν μεθυσμένη από το νέκταρ του ερωτά του...που λαχταρούσε τόσο καιρό!
Και τώρα πια είχε έρθει η ώρα να χάσει τον εαυτό της, παραδομένη σε τούτη την απρόσμενη μέθη!
Έφτασε στην ακροθαλασσιά...
Εκείνος την πλησίασε, έσκυψε και την πήρε στην αγκαλιά του...
Σιωπηλός με αργά βήματα σαν να βρισκόταν σε κάποια ιερή τελετή, προχώρησε μέσα στο νερό.
Μέχρι που θάλασσα και φεγγάρι, κορμιά και νύχτα έγιναν ένα...
Απαλά, γεμάτος λατρεία, έσκυψε και της έδωσε το πρώτο του φιλί...
Ένοιωσε το τρέμουλο της σάρκας του σαν το πρώτο ωστικό κύμα...
Την πήρε με λατρεία όση και ένταση, που θάρρεψε πως θα έχανε το λογικό της.




Και μετά, έσβησαν όλα...
Η απόλυτη λησμονιά που φέρνει ο Ερωτάς...
Παραδομένη στα δυο του χέρια που την οδηγούσε σε μαγικούς κόσμους τον έναν μετά τον άλλο, δεν ήξερε αν ονειρευόταν ή αν ζούσε αυτές τις μοναδικές στιγμές που τόσες και τόσες φορές είχε ονειρευτεί στον ύπνο και τον ξύπνιο της....
Ήταν ένας έρωτας σαν τούτη την θάλασσα, απέραντος, μελωμένος σαν το νέκταρ των Θεών, ατελείωτος και μακρόσυρτος σαν τραγούδι των σειρήνων...
Τα βογκητά τους δεν ήταν παρά οι ερωτικές κραυγές των αστεριών....
Ξαπόστασαν σαν η σελήνη είχε φτάσει σχεδόν πάνω από τα κεφάλια τους!
Ότι πιο συναρπαστικό, ότι πιο μαγικό μόλις το είχαν ζήσει, εκεί μέσα στην φιλόξενη αγκαλιά της θάλασσας....




Αυτή ήταν η αρχή του έρωτά τους, μια αρχή που ποτέ δεν θα ξεχνούσαν ούτε αυτός ούτε αυτή...

Παρασκευή, 09 Οκτωβρίου 2009

Ελλήνιδα Μάνα....



Χτυπάει το τηλέφωνο.
Η Ελληνίδα μάνα το σηκώνει κι ακολουθεί ο εξής διάλογος:

Ελληνίδα Μάνα: Ναι;
Κόρη: Γεια σου μαμά. Μπορείς να μου κρατήσεις τα παιδιά απόψε;
Ελληνίδα Μάνα: Θα βγεις;
Κόρη: Ναι.
Ελληνίδα Μάνα: Με ποιον;
Κόρη: Μ' ένα φίλο.
Ελληνίδα Μάνα: Ειλικρινά δε μπορώ να καταλάβω γιατί άφησες τον άντρα σου. Τόσο καλό παιδί!
Κόρη: Δεν τον άφησα εγώ, ΑΥΤΟΣ με άφησε!
Ελληνίδα Μάνα: Τον άφησες να σε αφήσει και τώρα βγαίνεις έξω με τον καθένα.
Κόρη: Δε βγαίνω με τον καθένα. Μπορώ να σου φέρω τα παιδιά;
Ελληνίδα Μάνα: Εγώ δε σ' άφησα ποτέ για να βγω έξω με κανέναν άλλο, παρά μόνο με τον πατέρα σου.
Κόρη: Ναι, αλλά έκανες ένα σωρό πράγματα που δεν τα κάνω εγώ.
Ελληνίδα Μάνα: Τώρα τι υπονοείς;
Κόρη: Τίποτα. Θέλω απλά να μου πεις αν μπορείς να κρατήσεις τα παιδιά απόψε.
Ελληνίδα Μάνα: Θα περάσεις τη νύχτα μαζί του; Τι θα πει ο άντρας σου άμα το μάθει;
Κόρη: Ο ΠΡΩΗΝ άντρας μου εννοείς! Δε νομίζω πως θα τον νοιάξει. Από τότε που έφυγε από το σπίτι, αμφιβάλλω αν κοιμήθηκε ποτέ μόνος!
Ελληνίδα Μάνα: Άρα λοιπόν θα κοιμηθείς στο σπίτι αυτουνού του χαμένου;
Κόρη: Δεν είναι χαμένος.
Ελληνίδα Μάνα: Όποιος άντρας βγαίνει με μια χωρισμένη με παιδιά είναι χαμένος και παράσιτο.
Κόρη: Κοίτα, δε θα το συζητήσω. Να τα φέρω τα παιδιά από κει ή όχι;




Ελληνίδα Μάνα: Άμοιρα παιδάκια μου με τέτοια μάνα.
Κόρη: Τι εννοείς με ΤΕΤΟΙΑ μάνα;;;
Ελληνίδα Μάνα: Χωρίς σταθερότητα. Εμ, γι' αυτό έφυγε ο άντρας σου.
Κόρη: Μα ακούς τι λες; Είσαι απαράδεκτη! Δε ντρέπεσαι!
Ελληνίδα Μάνα: Μη μου φωνάζεις εμένα! Πάω στοίχημα ότι κι αυτουνού του χαμένου έτσι του φωνάζεις!
Κόρη: Μπα, τώρα ανησυχείς για τον χαμένο;
Ελληνίδα Μάνα: Ααα, βλέπεις που το παραδέχεσαι πως είναι χαμένος; Το ήξερα εγώ!
Κόρη: Μαμά κλείνω.
Ελληνίδα Μάνα: Κάτσε παιδί μου! Μη κλείνεις! Τι ώρα θα μου φέρεις τα παιδιά;
Κόρη: Ούτε θα σου τα φέρω, ούτε θα βγω έτσι που μ' έσκασες!
Ελληνίδα Μάνα: Μα βρε παιδάκι μου, άμα δε βγαίνεις ποτέ έξω, πώς θα γνωρίσεις κανένα καλό παιδί;

Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2009

Δαχειριση Θυμου.....



Για όλους εσάς που ενίοτε βιώνετε μια άσχημη μέρα ,
και απλά θέλετε να τα χώσετε σε κάποιον, μην το κάνετε σε κάποιον γνωστό σας,
αλλά σε κάποιον άγνωστο.
Καθόμουν στο γραφείο μου μια μέρα,
όταν ξαφνικά θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει να κάνω ένα τηλεφώνημα.
Βρήκα το νούμερο του τηλεφώνου και το κάλεσα.
Ένας άντρας από την άλλη άκρη της γραμμής απάντησε λέγοντας «Εμπρός?».
Πολύ ευγενικά του είπα ότι είμαι ο Θωμάς Φιλίππου, και ότι ήθελα να μιλήσω με την Έλενα"
Ξαφνικά κατάλαβα ότι μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.
Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι κάποιος άνθρωπος θα μπορούσε να είναι τόσο αγενής.
Τελικά βρήκα το σωστό νούμερο της Έλενας, και της τηλεφώνησα.
(Είχα κάνει λάθος στα δύο τελευταία ψηφία).
Αφού τα είπαμε, έκλεισα το τηλέφωνο και αποφάσισα να ξανακαλέσω το λάθος νούμερο.
Όταν ο ίδιος τύπος απάντησε, του φώναξα « είσαι πολύ μαλάκας» και έκλεισα το τηλέφωνο με δύναμη.
Σημείωσα το νούμερο στην ατζέντα μου καταχωρώντας τον με το όνομα «μαλάκας» και την έβαλα στο συρτάρι μου.
Κάθε δύο εβδομάδες περίπου όταν μού έρχονταν οι λογαριασμοί ή είχα πραγματικά μια άσχημη μέρα συνήθιζα τον παίρνω τηλέφωνο και να του φωνάζω «είσαι πολύ μαλάκας». Κάθε φορά που το έκανα μου έφτιαχνε τη διάθεση.
Όταν κάποτε έκανε την εμφάνιση της η υπηρεσία αναγνώρισης κλήσεων, σκέφτηκα ότι έπρεπε να σταματήσω τα «θεραπευτικά » τηλεφωνήματα στον «μαλάκα».
Έτσι τον πήρα ξανά τηλέφωνο και του είπα :
«Γεια, είμαι ο Γιάννης Δημητρόπουλος από την τηλεφωνική εταιρεία και θα ήθελα να σας ρωτήσω αν γνωρίζετε σχετικά για την νέα υπηρεσία αναγνώρισης κλήσεων".
Εκείνος μου φώναξε « ΟΧΙ!» και μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.
Τον ξανακάλεσα αμέσως και του απάντησα « πως να το ξέρεις αφού είσαι μαλάκας».
Μια μέρα, καθώς πήγαινα στο μαγαζί και ετοιμαζόμουν να παρκάρω το αυτοκίνητο μου στο parking, ένας τύπος με μια μαύρη BMW μου έκλεισε το δρόμο και μου πήρε τη θέση, που τόσο υπομονετικά περίμενα, για να παρκάρω το αυτοκίνητο μου.
Κορνάρισα και του φώναξα ότι αυτή η θέση ήταν δική μου, καθώς ήμουν εκεί πολύ πριν από αυτόν.
Ο κόπανος, επιδεικτικά με αγνόησε, αλλά για καλή μου τύχη πρόσεξα, ότι στο πίσω τζάμι του αυτοκινήτου, υπήρχε ένα «ΠΩΛΕΙΤΑΙ».
Χωρίς δεύτερη σκέψη πήρα το στυλό και σημείωσα το τηλέφωνο του.
Δύο μέρες αργότερα, και αφού είχα καλέσει τον «πρώτο μαλάκα» (τώρα, είχα βάλει το τηλέφωνο του στην αυτόματη κλήση), μου ήρθε η ιδέα να καλέσω και τον μαλάκα με τη BMW.
Τηλεφώνησα και μία φωνή απάντησε « Εμπρός?».
« Είστε αυτός που πουλάει μια μαύρη BMW» του λέω.
« Ναι, ακριβώς» μου απαντάει.
«Μήπως μπορείτε να μου δώσετε την διεύθυνση σας για να έρθω να δω το αυτοκίνητο από κοντά» τον ρωτάω.
« Βεβαίως, μένω στη οδό Ελ.Βενιζέλου 28.. Είναι ένα κίτρινο σπίτι, και ακριβώς απ' έξω είναι παρκαρισμένο το αυτοκίνητο " .
"Και πώς λέγεστε?" τον ρώτησα.
"Το όνομα μου είναι Μάρκος Δρόσος," απάντησε.
" Ποια είναι η πιο κατάλληλη ώρα για να περάσω από εκεί, Μάρκο?"
" Φτάνω στο σπίτι γύρω στις 5 το απόγευμα." μου απαντάει.
"Ακου, Μάρκο, μπορώ να σου πω κάτι ?"
" Ναι ?"
" Μάρκο, είσαι μαλάκας!"
Το έκλεισα και αποφάσισα να βάλω και το δικό του τηλέφωνο στη αυτόματη κλήση.
Τώρα, όποτε αντιμετώπιζα κάποιο πρόβλημα, είχα 2 μαλάκες να καλώ.
Ωστόσο, μετά από κάποιους μήνες αλλεπάλληλων τηλεφωνημάτων και στους 2 μαλάκες, συνειδητοποίησα, ότι δεν μου έδινε την ίδια χαρά όπως παλιά.
Μια μέρα τηλεφώνησα στον μαλάκα #1.
"Γεια ""Είσαι μαλάκας!" ( αλλά δεν το έκλεισα αυτή τη φορά)
" Είσαι ακόμα στη γραμμή?" με ρώτησε.
"Φυσικά," απάντησα.
"Σταμάτα να μου τηλεφωνείς," μου φώναξε ουρλιάζοντας.
" Ανάγκασε με " του απάντησα ..
" Ποιος είσαι ρε ?" με ρώτησε .
" Λέγομαι Μάρκος Δρόσος."
" Αλήθεια ?
Και που μένεις ρε πούστη?"
" Μένω στην οδό Ελ.Βενιζέλου 28, μαλάκα ....
Είναι ένα κίτρινο σπίτι και ακριβώς μπροστά είναι παρκαρισμένη μια μαύρη BMW ".
Τότε μου λέει,
" Έρχομαι από εκεί τώρα!! Γαμιόλη, καλά θα κάνεις να αρχίσεις να προσεύχεσαι.
Του λέω, " Ναι, τώρα φοβήθηκα, μαλάκα!"
Έπειτα, πήρα τηλέφωνο τον μαλάκα # 2.
"Εμπρός?" απάντησε.
" Γεια σου μαλάκα" του λέω.Τότε εκείνος φώναξε, " Αν μάθω ποιος είσαι...."
" Τι θα κάνεις?" του απάντησα.
" Θα σου κόψω το κώλο" μου ξεκαθάρισε.
Τότε απάντησα, " Λοιπόν μαλάκα, να η ευκαιρία που έψαχνες. Έρχομαι τώρα σπίτι σου!"
Έκλεισα το τηλέφωνο και πήρα αμέσως την Αστυνομία, λέγοντας ότι ετοιμαζόμουν να σκοτώσω το gay εραστή μου, ο οποίος μένει στη Ελ.Βενιζέλου 28.
Στη συνέχεια, πήρα τηλέφωνο το Alter και τους ανέφερα για ένα ερωτικό έγκλημα, που γινόταν εκείνη τη στιγμή στη Ελ.Βενιζέλου 28.
Μπήκα γρήγορα στο αυτοκίνητο μου και κατευθύνθηκα στη Ελ.Βενιζέλου 28,.
Όταν έφτασα εκεί είδα 2 μαλάκες να πλακώνουν αλύπητα ο ένας τον άλλο, μπροστά σε 6 περιπολικά, 1 ελικόπτερο της Αστυνομίας και τις κάμερες του Alter.
Τώρα πραγματικά αισθανόμουν καλύτερα .

Να προσέχετε λοιπόν που δίνεται τα τηλ σας και το ονοματεπώνυμο σας....


Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Lap Top



Με τον δικό τους φορητό υπολογιστή, θα διαβαίνουν την πόρτα του γυμνασίου όλοι οι μαθητές της Α΄ Γυμνασίου...

Εύχομαι να προχωρήσει η παιδεία και όχι να είναι μέρος των εκλογών και αυτό…ψήφοι μέσα από την μόρφωση των παιδιών μας…


laptop

Τέρμα το κουβάλημα της τσάντας για τις μάνες…
στα χρόνια που έρχονται….

Δείτε τι εννοώ…


korinoskilo

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Κτηνωδια...

Η κτηνωδία συνεχίζεται….
Έλαβα ένα mail χτες και σκεφτόμουν να το αναρτήσω η όχι…
Αφού το διάβασα πολλές φορές δεν μπορούσα να μην…
Πρέπει να σταματήσει όλη αυτή η κτηνωδία…
Διαβάστε…


Λυπάμαι που σας στέλνω στο mail σας αυτά τα κείμενα που λάβαμε στο
zoofilia.gr (τις φωτογραφίες δεν τις ενσωματώνω για ευνόητους λόγους.
(ΣΟΚ) Δείτε τις πατώντας πάνω στις δ/νσεις που σας δίνω.

Γράφω αυτό το κείμενο με σφιγμένο κυριολεκτικά το στομάχι και με
απογοήτευση...απέραντη απογοήτευση για την κατάντια που υπάρχει σε
μερικά κτήνη που λέγονται "πολίτες"...Διαβάστε απολαύστε κι εσείς το
δηλητήριο που τα δολοφονεί κάθε μέρα....


ΠΡΩΤΟ ΜΗΝΥΜΑ

http://www.zoofilia.gr/images/dilitirio1.JPG

http://www.zoofilia.gr/images/dilitirio2.JPG

Καλημέρα. Ήθελα να σας ενημερώσω ότι για ακόμα μία φορά αντιμετωπίζουμε
την καθιερωμένη φρίκη του Σεπτέμβρη στον ''ευπρεπή'' μας οικισμό.
Μαζικές δηλητηριάσεις ζώων. Σε μία πρόχειρη καταμέτρηση δηλητηριάστηκαν
7 σκυλιά, και κάποια από αυτά πλέον κείτονται για τρίτη μέρα μέσα στους
δρόμους σε κατάσταση αποσύνθεσης. Προφανώς αρκετοί από τους κατοίκους
στον οικισμό θα είναι πλέον ευτυχισμένοι με την εκκαθάριση, καθώς
θεωρούν τις αγέλες που σχηματίζονται ως απειλή. Βέβαια το φαινόμενο των
δηλητηριάσεων παρουσιάζεται
όταν οι παραθεριστές έχουν φύγει, προφανώς για να αποφύγουν την
κατακραυγή αυτών που νοιάζονται για τα ζώα.Σας αποστέλλω φωτογραφίες
δύο δηλητηριασμένων ζώων και παρακαλώ να τις στείλετε όπου χρειάζεται
ώστε να πάρει διάσταση το θέμα. Προφανώς οι δράστες θεωρούν ότι κανείς
δεν θα ασχοληθεί με το ζήτημα. Κατά τα άλλα φαίνεται ότι η γενική
συνέλευση του οικισμού απαρτίζεται από άτομα που θεωρούν τα αδέσποτα
μόνο ως πρόβλημα (και σε ένα βαθμό ίσως δικαιολογούνται καθώς υπάρχουν
πάρα πολλά) και θεωρούν τους φιλόζωους γραφικούς ή τρελλούς. Οπότε δεν
ξέρω αν έχει κάποιο νόημα να περάσουμε σε λεκτικές αντιπαραθέσεις με
αυτούς, το μόνο που καταφέρνει κανείς έτσι είναι να γίνεται ο μόνιμος
στόχος τους κάθε φορά που κάποιος θα ενοχληθεί από το γαύγισμα ή που θα
κυνηγήσουν κάποιο ποδήλατο. Από την άλλη θεωρούν σε μια αντίστροφη
λογική ότι τα αδέσποτα υπάρχουν επειδή υπάρχουν οι φιλόζωοι-προφανώς
επειδή κάποιοι ''φιλόζωοι'' αναλαμβάνουν ζώα χωρίς να τα στειρώνουν και
μόλις αυτά πολλαπλασιαστούν
τα πετάνε έξω από τις αυλές τους. Οπότε φαίνεται ότι το πρόβλημα
διαιωνίζεται, αρμόδιος φυσικά και όπως πάντα στην Ελλάδα δεν υπάρχει
(βλ. δήμος Νέας Καλλικράτειας, γνωστός για την αρνητική στάση του στο
πρόβλημα) και
τελικά το πρόβλημα το επωμίζονται και πάλι κάποιοι λίγοι ιδιώτες.
Μία σκέψη που έκανα είναι να αναρτήσω αφίσες με τα σκοτωμένα ζώα σε
στύλους , μήπως και κάποιοι σοκαριστούν και ταρακουνηθούν από τις θέσεις
τους. Βέβαια φαντάζομαι ότι αυτός που ρίχνει τις φόλες δεν διαθέτει
τέτοιες ευαισθησίες και κανένα σεβασμό για τις ζωές των ζώων. Μάλλον τα
βλέπει ως αντικείμενα.
Επειδή βλέπω ότι το διαδίκτυο εξελίσσεται σε δυνατό όπλο αντίδρασης ή
κατακραυγής ,θα ήταν καλό,αν μπορείτε να αποστείλετε τις φωτογραφίες
όπου πιστεύετε ότι θα έχουν απήχηση, ακόμα και στο εξωτερικό.Ίσως με τις
σωστές πιέσεις αναγκαστούν επιτέλους οι αρμόδιοι να αναλάβουν τις
ευθύνες τους που απορρέουν και από το σχετικό νόμο.
Ευχαριστώ, Λεωνίδας




ΕΠΟΜΕΝΟ ΜΗΝΥΜΑ
http://www.zoofilia.gr/images/nala.jpg


Κυριακή απόγευμα 20 Σεπτεμβρη.
Στο Πέραμα κάποιοι "φιλόζωοι" αφήνουν μια
κούτα δίπλα σε αδέσποτα σκυλιά που φροντίζουμε…
Απ'έξω γράφουν:
«Νάλα
Σ'αγαπάμε πολύ! Σε σκεφτόμαστε συνέχεια!»
Μέσα υπάρχει η φρίκη. Ένα
σκυλάκι μικρόσωμο μέχρι 7 κιλά. Το δέρμα κάτω από τα μάτια έχει μολυνθεί
και έχει σαπίσει. Η κοιλίτσα του γεμάτη με όγκους τεράστιους. Είναι σε
κώμα. Μια συνέρχεται και ουρλιάζει από τους
πόνους και μετά πάλι πέφτει σε κώμα. Δευτέρα πάει στο γιατρό που βρίσκει
την κατάσταση του εδώ που έχει φτάσει μη αναστρέψιμη. Σκυλί θηλυκό
περίπου 4 χρόνων το οποίο έχει βασανιστεί και κακοποιηθεί από αυτούς που
έγραψαν στην κούτα ότι το αγαπάνε και το σκέφτονται. Ψάχνουμε τον
ιδιοκτήτη αυτού του σκυλιού. Ο λόγος που το κάνουμε είναι ότι είναι
επικίνδυνος και άρρωστος και ίσως να έχει και αλλά ζώα που
κινδυνεύουν. Πιθανολογούμε ότι μένει Πέραμα ή στις τριγύρω
περιοχές. Ζητάμε την βοήθειά σας. Κοιτάξτε καλά της φωτό. Οτιδήποτε
γνωρίζεται μπορεί να μας βοηθήσει. Είναι σημαντικό για μας να τον
βρούμε.
Τηλ επικοινωνίας για οποιαδήποτε πληροφορία 6947793798.


Πηγή:ZOOFILIA.GR!



Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Creative Blogger



Οπως εξηγησα και στην Εβιτα...το κραταω για παρτη μου....:))))

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ.....







Απολαυστε τα....:)))))))

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΑΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.....ΕΡΩΦΙΛΗ



Ένα παλιό τραγούδι του Μ. Μπακάλη που από την πρώτη εκτέλεση του Στράτου Διονυσίου το 1960,το ακούμε εδώ σε μια αισθαντική ερμηνεία από τη φωνή της Ερωφίλης πριν γίνει μέλος του ΄΄Τρίφωνο΄΄

Δευτέρα, 07 Σεπτεμβρίου 2009

Φθινοπωρινες...Σκεψεις...



Από τις παραλίες, τα βότσαλα, την ζέστη, τον ιδρώτα
την δροσιά της καταγάλανης θάλασσας,
μπήκαμε για καλά στο φθινόπωρο.....



Να διώξω τα σύννεφα, να γίνω αγέρι, να γίνω φως...να σε φτάσω…
Μελαγχολικός ο καιρός, μαζί του και εμείς, στεκόμαστε δίπλα του....
Φαντάζομαι και σεις, το ίδιο θα νοιώθετε....
Σκέψεις έρχονται στο άτιμο το μυαλό, μια μελαγχολία έρχεται, να καθίσει βαριά στην καρδιά μου...
Μια μελαγχολία που δειλά δειλά σχηματίζει ένα χαμόγελο στα χείλη μου.......
Χαμόγελο στην θύμηση σου, και στη δική σου μοναξιά...
Όχι δεν χαίρομαι για αυτό - για την μοναξιά σου...
Αντίθετα...


Μοναξιά μπορεί κάποιος να βιώσει ακόμη και όταν βρίσκεται μέσα στο πλήθος, στην παρέα του ή στην οικογένειά του, αν αισθάνεται ότι οι άλλοι τριγύρω δεν τον ακούνε, δεν τον κατανοούν, ή δεν τον αγαπούν....



Έχεις κλειστεί και συ σε μια φυλακή, φυλακή που εσύ έχεις επιλέξει....


Ξέρω όμως πως οι μοναξιές μας κάπου συναντιούνται....
Συνοδοιπόροι στις μοναξιές,
κάπου που δεν μπορούμε να φτάσουμε εμείς, οι δυο μαζί...



Οι δρόμοι μας δεν μπόρεσαν να ενωθούν, πάντα παράλληλα προχωρούσαμε και προχωράμε....


Μια πάχνη έρχεται να καθίσει ανάμεσα στους δυο μας....
Πάχνη που έχει γίνει πληγή και δεν κλείνει...



Αφήνω τις σκέψεις και σηκώνομαι, πηγαίνω κοντά στο παράθυρο....
Δακρυσμένο κάθεται και αυτό, χωρίς να μπορεί να μιλήσει, αλλά οι σταγόνες του σαν δάκρυα μου λένε πολλά....



Σουρούπωσε, φώτα αντανακλούν, σκιές σχηματίζονται στο δακρυσμένο τζαμί...
Η σκιά σου....



Δειλά αρχίζει να φαίνεται το φεγγάρι ανάμεσα στα μαύρα σύννεφα και πάλι εσύ μπροστά μου....


Αναρωτιέμαι, αν θέλω να βγω από αυτό το τούνελ,
αχνά βλέπω μια λουρίδα φωτός...
Με φωνάζει.....
Έλα!!! Έλα...προχώρα!!!!
Τα πόδια μου λες και έχουν παραλύσει,
δεν μπορώ να συνεχίσω,
η δεν θέλω να σε αφήσω,
στην μοναξιά σου…
Αποφάσισα.....
Όχι δεν σε αφήνω μόνο, πάντα θα είσαι στην σκέψη μου και εγώ στην δική σου, κλεισμένοι στις δικές μας φυλακές!!!!



Ο Κομφούκιος λέει…
<Πολλοί ζητούν την ευτυχία υψηλότερα από τον άνθρωπο, άλλοι χαμηλότερα, μα η ευτυχία είναι στο ίδιο μπόι του ανθρώπου.>

Κυριακή, 06 Σεπτεμβρίου 2009

ΦΑΝΦΑΡΟΝΟΙ....



Παρασκευή, 04 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΑΓΑΠΗ.....



Στο μεγάλο λιβάδι καταμεσής είχε φυτρώσει μια ψηλόλιγνη λεύκα. Κανένας δεν θυμόταν πότε και πως. Ίσως ούτε κι η ίδια θα μπορούσε να απαντήσει. Όλοι την θαύμαζαν για τη λυγεράδα,
την κορμοστασιά της και προπαντός για την ασημένια φορεσιά.
Ποιος όμως θα το φανταζόταν πως ήταν μια δυστυχισμένη λευκά.
Όσο μακριά κι αν έστελνε το βλέμμα της δε συναντούσε άλλο δέντρο.
«Ολομόναχη, λοιπόν, χωρίς φίλους, χωρίς κάποιον να αλλάζει δυο κουβέντες», συλλογιζόταν και συνέχιζε:
«Όταν οι άνθρωποι είναι πολύ μόνοι, τότε λένε πως μοιάζουν με καλάμια στον κάμπο, μα θα έπρεπε καλύτερα να έλεγαν πως μοιάζουν με μένα, σαν λευκά στο λιβάδι».
Αυτές και άλλες τέτοιες σκέψεις τη βασάνιζαν συνεχεία.
Και φαίνεται δεν είχε άδικο η ψηλόλιγνη μοναχική λευκά.
Μια μικρή παρηγοριά της βέβαια ήταν τα πούλια.
Οι ευκαιρίες όμως για να τους μιλήσει ήταν πιο λίγες και από τις λίγες.
Όλη τη μέρα φτεροκοπούσαν εδώ και εκεί κι έρχονταν στα κλαδιά της για να κελαηδήσουν η να κοιμηθούν.
Δεν πολύ καταλάβαιναν την γλώσσα της, γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν είναι πράγμα εύκολο να μάθεις τη λαλιά των δέντρων.
Όσο για τα τζιτζίκια, αυτά ήταν όλο ύπνο και
τραγούδι.
Δε νοιάστηκαν να πιάσουν κουβέντα με τη λευκά, και ας τα φιλοξενούσε κάθε καλοκαίρι.
Έτσι περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια κι όλα φαίνονταν άχρωμα στη λευκά.
Ώσπου μια μέρα άρχισε η ζωή να της χαμογελάει.
Ήταν μια φθινοπωριάτικη μέρα με έναν ήλιο
ολόχρυσο, που απλώθηκε στο λιβάδι μετά την πρωινή βροχή.
Φρεσκοπλυμένη από τη βροχή γυάλιζε η λευκά ένα ένα τα ασημένια φύλλα της.
Έφτασε τέλος να γυαλίσει και τα πιο ψηλά, όταν είδε να κατηφορίζει από τους πέρα λόφους ένα κάτασπρο άλογο.
Κάτασπρο σαν το χιόνι. Τόσο περήφανο άλογο δεν είχε ξαναπατήσει στο λιβάδι.
«Αχ και τι ρυθμικά χορεύει η χαίτη του έτσι καθώς καλπάζει», συλλογίστηκε η λεύκα.
Σε λίγο διάκρινε στη ράχη του άλογου κι ένα μεσόκοπο καβαλάρη.
«Θα είναι σίγουρα το αφεντικό του», σκέφτηκε.
Κι όσο πλησίαζε το άλογο αυτή δε χόρταινε να το κοιτάζει.
Πήγε να σπάσει από χαρά η καρδιά της, όταν το άσπρο άλογο σταμάτησε εκεί κοντά κι ο καβαλάρης το έδεσε στον κορμό της.
Ήταν ο αγρότης που αγόρασε το διπλανό χωράφι.




«Όσο κρατάνε οι δουλείες του στο χωριό θα έχω κι εγώ παρέα», συλλογίστηκε κι έγιναν τα φύλλα της ακόμη πιο ασημένια από ευτυχία.
«Ποιος το περίμενε πως θα είχα συντροφιά μου ένα τόσο όμορφο άλογο.»
Όμως το άλογο ούτε που γύρισε να την κοιτάξει. Και πρώτα γιατί ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό να κάνει παρέα με ένα δέντρο.Κι ύστερα, από μικρό δεν συμπαθούσε και πολύ τα δέντρα, γιατί συχνά το έδεναν στον κορμό τους, ενώ αυτό θα προτιμούσε να καλπάζει λεύτερο στους κάμπους και βουνά.
Και τι παρέα να κάνει μ’ενα δέντρο, αφού τα δέντρα, όπως νόμιζε, δεν ξέρουν να μιλούν.
Πέρασε μια, πέρασαν δυο, πέρασαν τρεις μέρες κι η λεύκα αποτραβήχτηκε ξανά στη θλίψη και στη μοναξιά της, κι ας είχε τώρα εκεί στα πόδια της το πιο όμορφο άλογο.
Προσπάθησε πολλές φορές να του μιλήσει μα αυτό ούτε που κατάλαβε.
Όμως η μοναξιά άρχισε με τις μέρες να τρυπώνει σιγά σιγά και στην καρδιά του άλογου, έτσι δεμένο όπως ήταν με τις ώρες.
Ένα μεσημέρι σήκωσε το κεφάλι του ψηλά κι αγκάλιασε για πρώτη φορά με το βλέμμα του τη λεύκα.




«Ποπό! Τι λυγερή που είναι! Και τι όμορφη! Και τα φύλλα της λες κι έχουν πάνω τους καθαρό ασήμι! Μα πόσο θα πρέπει να είναι δυστυχισμένη εδώ ολομόναχη μέσα στο λιβάδι», σιγοψιθύρισε
το άλογο και συνέχισε να την θαυμάζει.
-Αχ, σε ευχαριστώ που με καταλαβαίνεις, ακούστηκε τότε μια λεπτή μελωδική φωνή να βγαίνει από τη φυλλωσιά της λεύκας μαζί με ένα θρόισμα ελαφρύ.
Και το άλογο δεν πίστευε στα αυτιά του. Αλήθεια, ήταν η λεύκα που του μίλησε.
-Ώστε έχετε φωνή και σεις τα δέντρα; Είπε απορημένα. Και γω που ξέρω μόνο τη γλώσσα των ζωών πως γίνετε και καταλαβαίνω τη δική σου γλώσσα;
Και τότε η λευκά χαρούμενη που επιτέλους πια την άκουσε το άσπρο άλογο απάντησε:
-Το καθετί πάνω στη γη έχει τη γλώσσα του.Κι είναι γλώσσες που για να τις μάθεις χρειάζεται να τις σπουδάζεις χρόνια και χρόνια. Για να τις καταλάβεις αυτές, φτάνει μόνο αν θέλεις να τις καταλάβεις, να δώσεις προσοχή σ’ αυτόν που προσπαθεί να σου μιλήσει.
Από τη μέρα εκείνη το άσπρο άλογο δεν έβλεπε τη στιγμή να ξεκινήσει με το αφεντικό του για το χωράφι. Ανυπομονούσε να βρεθεί μια ώρα αρχύτερα κοντά στη λεύκα.
Κι η λεύκα τις νύχτες που να κλείσει μάτι. Μετρούσε τις στιγμές που της φαίνονταν τώρα αιώνες και παρακάλαγε τον ήλιο να ανατείλει πιο νωρίς για να δει το άλογο να κατηφορίζει από τους πέρα λόφους. Και τι δεν έλεγαν η λεύκα και το άσπρο άλογο στις ατελείωτες κουβέντες τους.
Εκείνο της έμαθε ένα σωρό πράγματα για τα ζώα, της μίλαγε για τον κόσμο πίσω από τους λόφους. Κι ακόμη της έλεγε πως του αρέσει όσο τίποτα στη γη να καλπάζει λεύτερο σε κάμπους και βουνά.
Και πως είναι τυχερό που έχει για αφεντικό του έναν άνθρωπο που δεν βασάνιζε τα ζώα.
Κι αυτή δεν χόρταινε να το ακούει.
Με την σειρά της του μιλούσε για χίλια δυο πράγματα, μα πιο πολύ για τα πούλια, για το κελάηδημα τους, και για τα αστέρια που μελέταγε τη νύχτα.
Κι ακόμη πόσο ευχαριστιόταν να λικνίζεται ρυθμικά με το απαλό αεράκι.
Είχε ξεχάσει για τα καλά η λεύκα την μοναξιά.
Και το άλογο τώρα ένιωθε μοναξιά σαν ήταν μακριά της, παρ’ όλο η παρέα δεν του έλειπε στο αγροτόσπιτο του αφεντικού.
Όμως ένα πρωί το άλογο δε φάνηκε. Όσο και αν τέντωνε η λεύκα τα ψηλότερα κλαδιά της μήπως το δει να έρχεται από μακριά, τίποτα, τίποτα. Ούτε την άλλη μέρα φάνηκε, ούτε την παράλλη. Τότε κατάλαβε η λεύκα πως είχαν τελειώσει πια οι δουλειές στο διπλανό χωράφι και πως μ’ αυτές τελείωσαν οι όμορφες μέρες και η δική της ευτυχία.
«Πάει με τον καιρό θα με ξεχάσει το άσπρο άλογο», συλλογιζόταν κι η καρδιά της βάραινε σαν σίδερο.
Σκέψεις παρόμοιες όμως έκανε και το άσπρο άλογο, που όλη τη μέρα δούλευε τώρα αλλού.




Και τις νύχτες έμενε δεμένο μπροστά στην πόρτα του αγροτόσπιτου.
«Αχ, η λεύκα θα νομίζει πως την ξέχασα». Και τα μάτια του πλημμύριζαν θλίψη. Με τα άλλα ζώα δεν άλλαζε κουβέντα. Και ούτε που πείναγε πια.Μόνο λίγο νεράκι έπινε που και που και μασούλαγε ανόρεχτα λίγες μπουκιές σανό.
Τώρα κατάλαβε πόσο βαθιά αγάπαγε την λεύκα.
Και τι δεν θα έδινε να της έστελνε ένα μήνυμα, ένα σημάδι, πως δεν την ξέχασε, πως δεν το ήθελε να μένει μακριά της και άλλα πολλά...
Πέρναγαν οι μέρες, οι νύχτες, κυλούσαν οι βδομάδες, μπήκε ο χειμώνας. Μια νύχτα που η παγωνιά είχε ξαφνιάσει όλη τη φύση και το άλογο τουρτούριζε από το κρύο, μα που το κρύο και η παγωνιά μες στην καρδιά του ήταν πιο αβάσταχτα, πήρε την μεγάλη απόφαση:
«Δεν το αντέχω άλλο, θα σπάσω το σχοινί. Η λεύκα με χρειάζεται και τη χρειάζομαι κι εγώ».
Και μια και δυο σπάει το σχοινί και αρχίζει να καλπάζει ξέφρενα προς το λιβάδι.
Πρόβαλε τότε ξαφνικά στο χειμωνιάτικο ουρανό ένα ολοστρόγγυλο πελώριο φεγγάρι που ασήμωσε τους γύρω λόφους.
-Λευκά μου, λευκά μου! Φώναξε από μακριά το άσπρο άλογο.




Και κείνη που έμενε νύχτες άγρυπνη να το περιμένει, του απάντησε με τη γλυκεία αέρινη φωνή της όσο πιο δυνατά μπορούσε:
-Καλό μου άσπρο άλογο, αλογατάκι μου!
Γρήγορο σαν τον άνεμο έφτασε κοντά της. Σηκώθηκε στα πισίνα του πόδια για να τη φιλήσει στο μάγουλο.
Προσπάθησε και αυτή να σκύψει, γιατί το ήθελε και αυτή να φιλήσει το άλογο.
Μα ο κορμός της κόντεψε να σπάσει. Δεν τα κατάφεραν.
Ίσως μια άλλη φορά...
Ύστερα ξάπλωσε το άλογο στα πόδια της και αυτή τίναξε τα κλαδιά της και του έριξε όσα φύλλα δεν της είχε πάρει ο χειμώνας για να το ζεστάνει.
-Λεύκα μου τώρα έμεινες ολόγυμνη, θα ξεπαγιάσεις.
-Μην νοιάζεσαι, του απάντησε.Είμαι συνηθισμένη εγώ να περνάω το χειμώνα χωρίς την ασημένια φορεσιά μου.Στεναχωριέμαι μόνο που όταν με γνώρισες ήμουν φουντωτή και όμορφη...ενώ τώρα...
-Για μένα είσαι όμορφη όπως και να είσαι-τη διέκοψε το άλογο.
Άλλωστε η άνοιξη θα σου φέρει καινούργια φορεσιά.




Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από πάνω τους μια κοροϊδευτική βραχνή φωνή:
-Για δες, τι παράξενη, τι αταίριαστη αγάπη είναι πάλι και τούτη. Παει χάλασε ο κόσμος. Ένα άλογο με μια λεύκα. Ας γελάσω...
Σήκωσαν τα μάτια τους και είδαν να περνάει ένα μαύρο κακομούτσουνο σύννεφο.
-Θα τρέξω να πω τα νέα και στα άλλα σύννεφα πίσω από τους λόφους να γελάσουμε με την ψυχή μας.
Τέτοιο αστείο θέαμα έχω να δω πολύ καιρό, είπε το κακομούτσουνο σύννεφο και βιάστηκε να φύγει.
Η λεύκα βυθίστηκε στη σιωπή.Τα λόγια του μαύρου σύννεφου κουδούνιζαν στα αυτιά της και παραλίγο να της κλέψουν την χαρά.
Το άσπρο άλογο διάβασε την σκέψη της αμέσως.
-Καλή μου λεύκα, μη στεναχωριέσαι. Πάντα θα υπάρχουν μαύρα σύννεφα που αντί να ψάξουν να βρουν την ευτυχία, κοιτούν πως θα χαλάσουν την ευτυχία των άλλων.
Μην αμφιβάλλεις ούτε στιγμή πως είμαστε το πιο ταιριαστό ζευγάρι, ίσως μάλιστα σ’ ολόκληρο τον κόσμο.




-Έχεις δίκιο άλογο, ακούστηκε να λέει μια ζεστή φωνή. Χιλιάδες χρόνια ταξιδεύω πάνω στη γη, από άκρη σε άκρη. Είδαν πολλά τα μάτια μου.
Πρώτη φορά μου συναντώ αγάπη τόσο όμορφη, τόσο ταιριαστή.
Ήταν το ολοστρόγγυλο φεγγάρι που είχε γλιστρήσει αθόρυβα από τον ουρανό και στάθηκε πάνω τους λούζοντας τους με ασημένιο φως.
Όμως μέσα στην τόση ευτυχία το άλογο ούτε που σκέφτηκε το αγροτόσπιτο και το αφεντικό του.
Και όταν του το θύμισε η λεύκα δεν το βάσταξε η καρδιά του να την αφήσει πάλι μόνη.
Το αφεντικό είχε όμως άλλη γνωμη.Ηταν όλη η περιούσια του.
Μέρες έψαχνε να το βρει. Λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε.
Που να φανταστεί πως το άσπρο άλογο είχε αγαπήσει μια λεύκα, κάτω στο λιβάδι.
Όχι αυτό δεν περνούσε από μυαλό του, αν δεν υπήρχε το μαύρο κακομούτσουνο σύννεφο να το μαρτυρήσει. Και να πως έγινε:




Μαρτυριάρικο όπως ήταν έριξε λίγες σταγόνες στον κήπο του αγροτόσπιτου. Έτσι το μυστικό το έμαθαν πρώτα τα λουλούδια που το συζήταγαν μέρα νύχτα.
-Τι παράξενη ιστορία αγάπης, έλεγε το ένα.
-Ίσως να είναι όμορφη, μουρμούριζε το άλλο.
-Αχ να είχαμε και μεις την τύχη της λεύκας, έλεγε το τρίτο.




Πες πες έφτασε το μυστικό στα αυτιά της γυναίκας του αφεντικού, που ήξερε την γλώσσα των λουλουδιών από καιρό, αφού τα αγάπαγε πολύ.
Κι εκείνη με την σειρά της το είπε στον άντρα της.
-Τρέχω αμέσως να το φέρω πίσω, φώναξε χαρούμενο το αφεντικό.
Όμως το άλογο που είχε πάρει απόφαση να μείνει για πάντα με την λεύκα, μόλις τον είδε να κατηφορίζει από τους λόφους, εξαφανίστηκε πέρα στα βουνά.




Φτάνοντας το αφεντικό κοντά στη λευκά, σκέφτηκε, άλλος τρόπος δεν υπάρχει, πρέπει να κόψει την λεύκα. Μόνο έτσι πίστευε θα γύρναγε το άλογο πίσω.
Πήρε λοιπόν πριόνι και άρχισε να πριονίζει τον κορμό της.
Ξαφνιάστηκε όμως σαν άκουσε αναστεγναμούς.
Δεν πίστευε στα αυτιά του.
«Έχουν λοιπόν δίκιο όσοι λένε πως και τα δέντρα έχουν ψυχή», σκέφτηκε. «Και γιατί όχι; Η γυναίκα μου μιλάει από καιρό με τα λουλούδια της».
Σταμάτησε αμέσως το πριόνισμα και ρώτησε τη λευκά γεμάτος καλοσύνη:
-Πες μου σε πόνεσα; Πονάς;
-Ναι, του απάντησε εκείνη, μα δεν αναστέναξα για αυτό.
Σκέφτηκα πόσο πιο πολύ θα πονέσει το καλό μου άλογο, σαν γυρίσει και με βρει κομμένη, ριγμένη στη γη.
-Τι όμορφη αγάπη είναι τούτη! Ψιθύρισε το αφεντικο.Πως να τη χαλάσω; Πες στο άλογο όταν γυρίσει, πως από σήμερα το αφήνω ελεύθερο.
Αυτό το δώρο κάνω στην αγάπη σας.
Και πριν η λευκά προλάβει να τον ευχαριστήσει, αυτός είχε πάρει τον ανήφορο της επιστροφής,
να προλάβει να πει στην γυναίκα του τη θαυμαστή και παράξενη ιστορία.




Σαν γύρισε το άλογο και έμαθε τα ευχάριστα νέα, χόρευε σαν τρελό από ευτυχία γύρω από την λεύκα.
Και εκείνη μόλο που ήταν πληγωμένη λικνιζόταν ρυθμικά για να το συνοδέψει στον χορό του.
Την άλλη νύχτα όταν οι άνθρωποι κοιμόταν σ’ ολόκληρη την γη, της πρότεινε ένα μικρό περίπατο. Ξαφνιάστηκε η λεύκα.
-Περίπατο εγώ; Εγώ είμαι δέντρο. Το ξέχασες καλό μου άλογο; Τα δέντρα μένουν ριζωμένα στην ίδια θέση.
-Το ξέρω μένουν ακίνητα γιατί κανένα ποτέ δεν δοκίμασε να περπατήσει.
Θα είσαι εσύ το πρώτο δέντρο που θα περπατήσει στη γη.




Κι έτσι έγινε. Ήταν υπέροχη εκείνη η νύχτα που η λεύκα περπάταγε καμαρωτή δίπλα στο άσπρο της άλογο, κάτω από το ολοστρόγγυλο φεγγάρι.
Ναι, ήταν εκεί και ο φίλος τους το φεγγάρι, που βγήκε επίτηδες να τους φωτίσει το δρόμο.Και απόψε έβαλε τα δυνατά του να γίνει πιο λαμπερό.
-Σε ευχαριστούμε, καλό μας φεγγαράκι, είπαν με μια φωνή.
Και κείνο χαμήλωσε ακόμη πιο πολύ και τούς απάντησε τραγουδιστά:
Εγώ, εγώ θα πρέπει
να σας πω ευχαριστώ
για την αγάπη σας αυτή
που ομόρφυνε τη γη....
Και συνέχισε:
Τώρα είναι ώρα να πηγαίνω. Για λίγες μέρες δε θα φανώ. Θα κάτσω να ξεκουραστώ. Μα όταν ξανάρθω, θέλω να κάνω και γω ένα δώρο στην αγάπη σας, που θα την κάνει πιο όμορφη, πιο ζηλευτή, πιο ταιριαστή.
Αφήστε με το σκεφτώ.Ίσως συμβουλευτώ και την καλή νεράιδα που μένει σε ένα διπλανό αστέρι.
Μέχρι τότε γεια χαρά.






Στο μεταξύ μπήκε η άνοιξη. Και τούτη τη φορά δώρισε στη λεύκα μια ασημένια φορεσιά που όμοια της δεν είχε ξαναφορέσει ποτέ λεύκα πάνω στη γη.
Το άσπρο άλογο την καμάρωνε.
Στα κλαδιά της μαζεύονταν τώρα όλα τα πουλιά και τιτίβιζαν τα πιο μελωδικά τους τραγούδια.
Τις νύχτες συνεχιζόταν οι περίπατοί τους.




Και μια από αυτές τις νύχτες νάσου πάλι ο φίλος τους το φεγγάρι, τριγυρισμένο από εκατομμύρια αστέρια.
Χαμήλωσε, χαμήλωσε, χαμήλωσε κι άλλο, ώσπου κάθισε στην κορυφή της λεύκας.
-Σας έφερα το δώρο σας, νάτο! Είπε χαρούμενα και τους έδειξε ένα κόκκινο σακούλι. Μου το έδωσε η καλή νεράιδα από το γειτονικό μου αστέρι.
Μέσα του έχει μια μαγική χρυσόσκονη! Όταν τη ρίξω πάνω σας θα γίνετε και οι δυο σας ίδιοι.
Δε θα είστε πια διαφορετικοί. Και θα χαρείτε έτσι την αγάπη σας χωρίς εμπόδια και πρόβλημα κανένα.
Διαλέξτε: Θέλετε να ζήσετε σαν άλογα η σαν λεύκες;
Και τότε όπως γίνετε στις πολύ μεγάλες αγάπες, του απάντησαν με μια φωνή, σαν να είχε διαβάσει ο ένας τη σκέψη του άλλου:
-Σε ευχαριστούμε, φεγγαράκι, για το δώρο σου, μα προτιμάμε να μείνουμε έτσι όπως είμαστε.
Είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. Η αγάπη μας δε χρειάζεται τη μαγική χρυσόσκονη.
-Εγώ συνέχισε η λεύκα, ξέρω καλά πόσο αρέσει στο άσπρο μου άλογο να τρέχει ξέφρενο μακριά, να καλπάζει. Θα ήταν κρίμα να γίνει λεύκα και να ριζώσει.
Εμένα πάλι δεν μ αρέσει να καλπάζω. Μου φτάνουν οι νυχτερινοί περίπατοι. Αντίθετα με ευχαριστεί να λικνίζομαι στο απαλό αεράκι.
-Έχει δίκιο η λεύκα μου, συμπλήρωσε το άλογο, θα ξεκουράζομαι στα πόδια της.
Πάντα κοντά της θα γυρίζω. Για μας η αγάπη μας είναι τόσο ταιριαστή!





Κι έτσι θα μείνουμε, λεύκα εκείνη, άλογο εγώ.
Και πριν προλάβει να τελειώσει τα λόγια του το άλογο, ένιωσε να ψηλώνουν τα πόδια του. Κι η λεύκα έσκυψε πρώτη φορά τόσο πολύ χωρίς πόνους στη μέση της.
Έτσι έδωσαν το πρώτο τους φιλί...
Τρελό από ενθουσιασμό χειροκροτούσε το φεγγάρι και φώναζε με όλη του τη φωνή:
-Ξυπνήστε, άνθρωποι, ξυπνήστε να δείτε την πιο ταιριαστή αγάπη σ’ ολόκληρη τη γη.




Κι ήταν εκείνη η μόνη νύχτα που το φεγγάρι ξέχασε να συνεχίσει το ταξίδι του στον ουρανό...